υστεροελλαδικός

υστεροελλαδικός
η , ό[ν] относящийся к 3-му периоду греческой культуры (16001400 гг. до н. э.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "υστεροελλαδικός" в других словарях:

  • υστεροελλαδικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην τρίτη περίοδο τού ελλαδικού πολιτισμού, που εκτείνεται από το 1600 ώς το 1400 π.Χ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύστερος + ελλαδικός] …   Dictionary of Greek

  • υστεροελλαδικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην τρίτη περίοδο του ελλαδικού πολιτισμού (1580 1100 π.Χ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ύστερος — η, ο/ ὕστερος, έρα, ον, ΝΜΑ, και οὕστερος, ον, και τ. ουδ. ως επίρρ. ὕσταριν, Α 1. αυτός που, σε σχέση με τον χρόνο ή σε σχέση με μια σειρά, ακολουθεί, έρχεται μετά από κάποιον άλλο, ο μεταγενέστερος ενός άλλου (α. «στην ύστερη αρχαιότητα… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»